Meaning of ρίγα | Babel Free
/ˈri.ɣa/Ορισμοί
- ευθεία γραμμή ή ράβδωση γραμμένη ή χαραγμένη οριζόντια ή κάθετα σε υφάσματα, χαρτί ή άλλου είδους επιφάνειες
- η πρωτεύουσα της Λετονίας
-
χάρακας dated, idiomatic
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Όχι, το μυστήριο με τις ρίγες της ζέβρας δεν έχει λυθεί. Μια νέα έρευνα όμως δείχνει να προχωρά ένα βήμα πιο κοντά στην απάντηση, καθώς δείχνει ότι το μοτίβο στο τρίχωμα του αφρικανικού ιπποειδούς ποικίλει ανάλογα με τη θερμοκρασία, και ίσως προστατεύει το ζώο από την υπερθέρμανση. (www.tovima.gr, 14.01.2015)”
“Τράβηξε μία ευθεία γραμμή με τη ρίγα του.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.