ράστερ
Ορισμοί
- άθροισμα κουκκίδων που δημιουργούν οπτική εντύπωση αυξομειούμενου ή συνεχούς γκρίζου για την παράσταση όγκου, σχημάτων κλπ // βιομηχανοποιημένα φύλλα χαρτιού ή διαφανούς επιφάνειας με έτοιμα, τυπωμένα αθροίσματα κουκκίδων
- πλακέτα διασύνδεσης χωρίς κολλήσεις, πλακέτα δοκιμών, πλακέτα γενικών συνδέσεων
- raster, bitmap: ψηφιακή εικόνα που αποτελείται από ένα πλέγμα εικονοστοιχείων (pixels) και η οποία αποθηκεύεται σε αρχείο σαν ακολουθία των οριζόντιων γραμμών αυτού του πλέγματος
Ισοδύναμα
16 more languages
DeutschBinärbildBitmapPixelgrafikProtoboardRasterRasterbildRastergrafikSchneidebrettSteckboardSteckbrettSteckplatine
Ελληνικάδυφιοαπεικόνιση
Gaeilgeclár aráin
Bahasa Indonesiacitra raster
Shqipqezë
Türkçeirmik
Παραδείγματα
“Δείτε επίσης: πλακέτα διασύνδεσης χωρίς κολλήσεις στην Βικιπαίδεια”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free