ράντζο
Ορισμοί
- κρεβάτι που μπορεί κάποιος να το διπλώσει για να το μετακινήσει εύκολα
-
πτυσσόμενο κρεβάτι, με συγκεκριμένο σχεδιασμό, που έχει βάσεις από ξύλο και αρκετά ισχυρό πανί πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να ξαπλώσει especially
-
κάθε κρεβάτι σε νοσοκομείο που δεν βρίσκεται σε συγκεκριμένη θέση αλλά χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις αυξημένης έκτακτης εισαγωγής ασθενών και συνήθως τοποθετείται στους διαδρόμους especially
- κτηνοτροφικό αγρόκτημα στις Η.Π.Α.
Ισοδύναμα
19 more languages
Češtinaranč
Danskranch
Esperantoranĉo
Suomitarhata
한국어목장
Latinalatifundium
Kiswahiliranchi
Tiếng Việtđiền trang
Παραδείγματα
“Συνώνυμα κρεβάτι εκστρατείας”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free