Meaning of ράντζο | Babel Free
Ορισμοί
- κρεβάτι που μπορεί κάποιος να το διπλώσει για να το μετακινήσει εύκολα
-
πτυσσόμενο κρεβάτι, με συγκεκριμένο σχεδιασμό, που έχει βάσεις από ξύλο και αρκετά ισχυρό πανί πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να ξαπλώσει especially
-
κάθε κρεβάτι σε νοσοκομείο που δεν βρίσκεται σε συγκεκριμένη θέση αλλά χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις αυξημένης έκτακτης εισαγωγής ασθενών και συνήθως τοποθετείται στους διαδρόμους especially
- κτηνοτροφικό αγρόκτημα στις Η.Π.Α.
Παραδείγματα
“Συνώνυμα κρεβάτι εκστρατείας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.