HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πτυχή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ptiˈçi

Ορισμοί

  1. η αναδίπλωση μιας επιφάνειας ώστε (σχεδόν) να ακουμπήσει η μία πλευρά της στην άλλη. Η κάμψη ενός ελαστικού υλικού, όπως το ύφασμα, ή σκληρού, όπως του γήινου φλοιού (όταν αυτός υφίσταται τεράστιες πιέσεις και κάμπτεται).
  2. πλευρά ή όψη ενός γεγονότος, ιστορίας ή θέματος
    figuratively
  3. ειδική δομή (κατηγοριοποιείται ανάλογα με το μηχανισμό γένεσής της π.χ. γνήσια ή μη γνήσια πτυχή)
  4. αναδίπλωση του δέρματος ή εσωτερικού οργάνου
  5. οι μορφές της τέχνης
    plural

Ισοδύναμα

14 more languages
Bosanskibend
Češtinaaspekt
Ελληνικάέδρα
Suomihioa
Hrvatskibend
Italianobrillantare
Kurdîbend
Portuguêsfaceta
Српскиbend
Türkçefaçetafaset

Παραδείγματα

“οι πτυχές (και πτυχώσεις) του εδάφους, οι γκρεμοί, τα φαράγγια, η χαράδρες”
“η πτυχή της φούστας”
“αυτό αποτελεί μια αθέατη πτυχή του προβλήματος”
“η συνέντευξη φώτισε μια άγνωστη πτυχή της ζωής του
“η έρευνα φανέρωσε μια σκοτεινή πτυχή της προσωπικότητάς του
“οι φωνητικές πτυχές”
“η αυχενική πτυχή”
“η νηστιδοδωδεκαδακτυλική πτυχή”
“«ύμνων πτυχαί» λέγονταν παλαιότερα οι διάφορες μορφές ποίησης”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πτυχή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free