Meaning of πρόσφυγας | Babel Free
/ˈpɾo.sfi.ɣas/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- που αναγκαστικά εγκαταλείπει τον τόπο μόνιμης διαμονής και κατοικίας και για διάφορους λόγους προσφεύγει ή καταφεύγει σε γειτονική χώρα
Ισοδύναμα
English
Refugee
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.