Meaning of προσφυγή | Babel Free
/pɾo.sfiˈʝi/Ορισμοί
- η ενέργεια του προσφεύγω, η αναζήτηση διεξόδου σε κάποιο πρόβλημα
- η αίτηση σε επίσημη αρχή για την επανεξέταση ενός θέματος
Ισοδύναμα
English
appeal
Παραδείγματα
“προσφυγή στην αυθεντία”
appeal to authority
“η προσφυγή στις κάλπες”
“η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.