Meaning of προφήτης | Babel Free
/pɾoˈfi.tis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- θρησκευτικό πρόσωπο που σύμφωνα με τις γραφές, είχε την ικανότητα της θείας έμπνευσης την οποία αποκάλυπτε στο λαό
- αυτός που προβλέπει το μέλλον
Ισοδύναμα
English
Prophet
Παραδείγματα
“ο προφήτης Ηλίας, ο προφήτης Mωάμεθ”
“Δεν χρειάζεται να είσαι προφήτης για να προβλέψεις τι θα συμβεί αν πέσει το ποτήρι στο πάτωμα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.