Meaning of προσκόπτω | Babel Free
/pɾoˈsko.pto/Ορισμοί
σταματώ επειδή συναντώ εμπόδιο, σκοντάφτω (με τη μεταφορική σημασία)
Παραδείγματα
“Η προσπάθειά μου προσέκοψε στην άρνησή του.”
My effort stumbled upon his denial.
“Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. (από την ομιλία που εκφώνησε ο Οδυσσέας Ελύτης κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.