HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προσκόπτω — definition

Conjugation of προσκόπτω

Regular CEFR B2
pɾoˈsko.pto

σταματώ επειδή συναντώ εμπόδιο, σκοντάφτω (με τη μεταφορική σημασία) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προσκόπτω
εσύ προσκόπτεις
αυτός / αυτή / αυτό προσκόπτει
εμείς προσκόπτουμε
εσείς προσκόπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσκόπτουν[ε]
Παρατατικός
εγώ προσέκοπτα
εσύ προσέκοπτες
αυτός / αυτή / αυτό προσέκοπτε
εμείς προσκόπταμε
εσείς προσκόπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέκοπταν
Αόριστος
εγώ προσέκοψα
εσύ προσέκοψες
αυτός / αυτή / αυτό προσέκοψε
εμείς προσκόψαμε
εσείς προσκόψατε
αυτοί / αυτές / αυτά προσέκοψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προσκόψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προσκόψω
εσύ προσκόψεις
αυτός / αυτή / αυτό προσκόψει
εμείς προσκόψουμε
εσείς προσκόψετε
αυτοί / αυτές / αυτά προσκόψουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πρόσκοπτε
εσείς προσκόπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρόσκοψε
εσείς προσκόψτε
Απαρέμφατο αορίστου
προσκόψει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary