Conjugation of προσκόπτω
pɾoˈsko.ptoσταματώ επειδή συναντώ εμπόδιο, σκοντάφτω (με τη μεταφορική σημασία) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προσκόπτω |
| εσύ | προσκόπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσκόπτει |
| εμείς | προσκόπτουμε |
| εσείς | προσκόπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσκόπτουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | προσέκοπτα |
| εσύ | προσέκοπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέκοπτε |
| εμείς | προσκόπταμε |
| εσείς | προσκόπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέκοπταν |
Αόριστος
| εγώ | προσέκοψα |
| εσύ | προσέκοψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσέκοψε |
| εμείς | προσκόψαμε |
| εσείς | προσκόψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσέκοψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προσκόψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προσκόψω |
| εσύ | προσκόψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προσκόψει |
| εμείς | προσκόψουμε |
| εσείς | προσκόψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προσκόψουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πρόσκοπτε |
| εσείς | προσκόπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πρόσκοψε |
| εσείς | προσκόψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προσκόψει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.