HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

προίκα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈpɾi.ka

Ορισμοί

  1. τα περιουσιακά στοιχεία (κυρίως ακίνητα και χρήματα) που στις παραδοσιακές κοινωνίες έδινε η οικογένεια της νύφης στο γαμπρό για την οικονομική εξασφάλιση της νέας οικογένειας
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. τα είδη ρουχισμού και τα λοιπά κινητά αντικείμενα που ετοίμαζε η νύφη και η οικογένειά της για τον εξοπλισμό του νέου σπιτικού
  4. η αναγκαία χρηματοδότηση για ένα έργο
    figuratively

Ισοδύναμα

EnglishDowry
Españoldoteprebenda
Françaisdottrousseau
19 more languages
Българскизе́стра
Češtinavěno
Danskmedgift
Hrvatskimiraz
Magyarhozomány
Íslenskamund
Italianocorredodote
Polskiposąg
Portuguêsdote
Românăzestre
Русскийприданое
Slovenčinaveno
Shqipprikë
Српскимираз
Svenskahemgift

Παραδείγματα

“είδη προικός”
“5% του προϋπολογισμού προίκα για την παιδεία”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη προίκα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free