Meaning of πούρο | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
άτομο μεγάλης ηλικίας offensive
- φύλλα καπνού, κομμένα και κυλινδρικά τυλιγμένα μέσα σε άλλα φύλλα καπνού, για κάπνισμα
Ισοδύναμα
English
cigar
Παραδείγματα
“που το βρήκες το πουρό και μας το κουβάλησες;”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.