Meaning of ξαναμωραμένος | Babel Free
Ορισμοί
-
ο ηλικιωμένος που παρουσιάζει συμπτώματα άνοιας offensive
-
ο ηλικιωμένος ή μεσήλικας που ενεργεί με τρόπο τον οποίο οι άλλοι θεωρούν ανάρμοστο για την ηλικία του offensive
Παραδείγματα
“Α, τον ξεμωραμένο! Στο τέλος θα γράψει και το σπίτι του στην πιτσιρίκα που του τα μασάει”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.