HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξαναμωραμένος | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. ο ηλικιωμένος που παρουσιάζει συμπτώματα άνοιας
    offensive
  2. ο ηλικιωμένος ή μεσήλικας που ενεργεί με τρόπο τον οποίο οι άλλοι θεωρούν ανάρμοστο για την ηλικία του
    offensive

Παραδείγματα

“Α, τον ξεμωραμένο! Στο τέλος θα γράψει και το σπίτι του στην πιτσιρίκα που του τα μασάει”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξαναμωραμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course