ποταμός
Ορισμοί
- μεγάλη υδάτινη μάζα που ρέει σε μεγάλη απόσταση με φυσική ροή εντός μίας καθορισμένης κοίτης, ξεκινώντας από μία ή περισσότερες φυσικές πηγές ή λίμνες και καταλήγοντας στη θάλασσα ή σε λίμνη
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- ονομασία τριών δήμων της αρχαίας Αθήνας
-
κύρια οριζόντια δοκός στη βάση της στέγης, ή δοκάρι που υπστηρίζει άλλα idiomatic
-
ο ποταμός idiomatic
-
μεγάλη ποσότητα (υγρού) figuratively, plural
- δείτε και τα τοπωνύμια Πόταμος, Πόταμοι
Ισοδύναμα
45 more languages
العربيةنهر
Българскирека
Catalàriu
Češtinařeka
Cymraegafon
Danskflod
DeutschFluss
Esperantorivero
Eestijõgi
Euskaraibai
فارسیرود
Gaeilgeabhainn
Gàidhligabhainn
עבריתנהר
Hrvatskirijeka
Magyarfolyó
Հայերենգետ
Íslenskavatn
Italianofiume
日本語川
ქართულიმდინარე
Қазақ тіліөзен
한국어강
Lietuviųupe
Latviešuupe
Nederlandsrivier
Portuguêsrio
Românărău
Русскийрека
Slovenčinarieka
Slovenščinareka
Shqiplumë
Српскирека
Svenskaflod
ไทยแม่น้ำ
Türkçeırmak
Українськарі́чка
中文川
繁體中文川
isiZuluumfula
Παραδείγματα
“ο ποταμός Έβρος”
“Κατηγορία:Ποταμοί (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό”
“ποταμοί δακρύων”
“※ κλιμακωτό τραγούδι («Ηπειρωτικόν ασμάτιον») - Νικόλαος Γ. Πολίτης, «Σωζοπολίτικα παραμύθια. Παρατηρήσεις», Λαογραφία, τόμος 5, Δελτίον Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, 1915. Επανέκδοση: Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμος Δ, Ακαδημία Αθηνών, 1980, σελίδα 326.jpg”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free