HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ποταμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/po.taˈmos/

Ορισμοί

  1. μεγάλη υδάτινη μάζα που ρέει σε μεγάλη απόσταση με φυσική ροή εντός μίας καθορισμένης κοίτης, ξεκινώντας από μία ή περισσότερες φυσικές πηγές ή λίμνες και καταλήγοντας στη θάλασσα ή σε λίμνη
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. ονομασία τριών δήμων της αρχαίας Αθήνας
  4. κύρια οριζόντια δοκός στη βάση της στέγης, ή δοκάρι που υπστηρίζει άλλα
    idiomatic
  5. ο ποταμός
    idiomatic
  6. μεγάλη ποσότητα (υγρού)
    figuratively, plural
  7. δείτε και τα τοπωνύμια Πόταμος, Πόταμοι

Ισοδύναμα

English river

Παραδείγματα

“ο ποταμός Έβρος”
“Κατηγορία:Ποταμοί (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό”
“ποταμοί δακρύων”
“※ κλιμακωτό τραγούδι («Ηπειρωτικόν ασμάτιον») - Νικόλαος Γ. Πολίτης, «Σωζοπολίτικα παραμύθια. Παρατηρήσεις», Λαογραφία, τόμος 5, Δελτίον Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, 1915. Επανέκδοση: Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμος Δ, Ακαδημία Αθηνών, 1980, σελίδα 326.jpg”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ποταμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course