Meaning of ποταμός | Babel Free
/po.taˈmos/Ορισμοί
- μεγάλη υδάτινη μάζα που ρέει σε μεγάλη απόσταση με φυσική ροή εντός μίας καθορισμένης κοίτης, ξεκινώντας από μία ή περισσότερες φυσικές πηγές ή λίμνες και καταλήγοντας στη θάλασσα ή σε λίμνη
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- ονομασία τριών δήμων της αρχαίας Αθήνας
-
κύρια οριζόντια δοκός στη βάση της στέγης, ή δοκάρι που υπστηρίζει άλλα idiomatic
-
ο ποταμός idiomatic
-
μεγάλη ποσότητα (υγρού) figuratively, plural
- δείτε και τα τοπωνύμια Πόταμος, Πόταμοι
Ισοδύναμα
English
river
Παραδείγματα
“ο ποταμός Έβρος”
“Κατηγορία:Ποταμοί (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό”
“ποταμοί δακρύων”
“※ κλιμακωτό τραγούδι («Ηπειρωτικόν ασμάτιον») - Νικόλαος Γ. Πολίτης, «Σωζοπολίτικα παραμύθια. Παρατηρήσεις», Λαογραφία, τόμος 5, Δελτίον Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, 1915. Επανέκδοση: Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμος Δ, Ακαδημία Αθηνών, 1980, σελίδα 326.jpg”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.