HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ποταμός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
po.taˈmos

Ορισμοί

  1. μεγάλη υδάτινη μάζα που ρέει σε μεγάλη απόσταση με φυσική ροή εντός μίας καθορισμένης κοίτης, ξεκινώντας από μία ή περισσότερες φυσικές πηγές ή λίμνες και καταλήγοντας στη θάλασσα ή σε λίμνη
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. ονομασία τριών δήμων της αρχαίας Αθήνας
  4. κύρια οριζόντια δοκός στη βάση της στέγης, ή δοκάρι που υπστηρίζει άλλα
    idiomatic
  5. ο ποταμός
    idiomatic
  6. μεγάλη ποσότητα (υγρού)
    figuratively, plural
  7. δείτε και τα τοπωνύμια Πόταμος, Πόταμοι

Ισοδύναμα

Englishriver
Españolrío
Françaisrivière
45 more languages
العربيةنهر
Българскирека
Catalàriu
Češtinařeka
Cymraegafon
Danskflod
DeutschFluss
Esperantorivero
Eestijõgi
Euskaraibai
فارسیرود
Gaeilgeabhainn
Gàidhligabhainn
עבריתנהר
Hrvatskirijeka
Magyarfolyó
Հայերենգետ
Bahasa Indonesiakalisungai
Íslenskavatn
Italianofiume
日本語
ქართულიმდინარე
Қазақ тіліөзен
한국어
Lietuviųupe
Latviešuupe
Nederlandsrivier
Portuguêsrio
Românărău
Русскийрека
Slovenčinarieka
Slovenščinareka
Shqiplumë
Српскирека
Svenskaflod
Türkçeırmak
Українськарі́чка
Tiếng Việthahả
中文
繁體中文
isiZuluumfula

Παραδείγματα

“ο ποταμός Έβρος”
“Κατηγορία:Ποταμοί (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό”
“ποταμοί δακρύων”
“※ κλιμακωτό τραγούδι («Ηπειρωτικόν ασμάτιον») - Νικόλαος Γ. Πολίτης, «Σωζοπολίτικα παραμύθια. Παρατηρήσεις», Λαογραφία, τόμος 5, Δελτίον Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, 1915. Επανέκδοση: Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμος Δ, Ακαδημία Αθηνών, 1980, σελίδα 326.jpg”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ποταμός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free