Σημασία του ποταμός | Babel Free
po.taˈmosΟρισμοί
- μεγάλη υδάτινη μάζα που ρέει σε μεγάλη απόσταση με φυσική ροή εντός μίας καθορισμένης κοίτης, ξεκινώντας από μία ή περισσότερες φυσικές πηγές ή λίμνες και καταλήγοντας στη θάλασσα ή σε λίμνη
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- ονομασία τριών δήμων της αρχαίας Αθήνας
-
κύρια οριζόντια δοκός στη βάση της στέγης, ή δοκάρι που υπστηρίζει άλλα idiomatic
-
ο ποταμός idiomatic
-
μεγάλη ποσότητα (υγρού) figuratively, plural
- δείτε και τα τοπωνύμια Πόταμος, Πόταμοι
Ισοδύναμα
Čeština
řeka
Cymraeg
afon
Dansk
flod
Deutsch
Fluss
Esperanto
rivero
Eesti
jõgi
Euskara
ibai
فارسی
رود
Français
rivière
Gaeilge
abhainn
Gàidhlig
abhainn
Hrvatski
rijeka
Íslenska
vatn
日本語
川
Қазақша
өзен
Latviešu
upe
Nederlands
rivier
Русский
река
Slovenčina
rieka
Slovenščina
reka
Shqip
lumë
Српски
река
Svenska
flod
ไทย
แม่น้ำ
Türkçe
ırmak
Українська
рі́чка
中文
川
ZH-TW
川
IsiZulu
umfula
Παραδείγματα
“ο ποταμός Έβρος”
“Κατηγορία:Ποταμοί (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό”
“ποταμοί δακρύων”
“※ κλιμακωτό τραγούδι («Ηπειρωτικόν ασμάτιον») - Νικόλαος Γ. Πολίτης, «Σωζοπολίτικα παραμύθια. Παρατηρήσεις», Λαογραφία, τόμος 5, Δελτίον Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, 1915. Επανέκδοση: Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμος Δ, Ακαδημία Αθηνών, 1980, σελίδα 326.jpg”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free