Meaning of πορφύρα | Babel Free
/poɾˈfi.ɾa/Ορισμοί
- όστρακο που ανήκει στο γένος Murex της οικογένειας Muricidae
- γυναικείο όνομα
- χρωστική ουσία ανεξίτηλου βαθυκόκκινου χρώματος, που παράγεται με κατάλληλη επεξεργασία από το όστρακο που την παράγει
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Πορφύρας)
- το πορφυρό πορφύρα (χρώμα):
-
το ένδυμα που έχει βαφεί μ’ αυτό το χρώμα (συνήθως επίσημο βασιλικό) figuratively
-
η βασιλική ή αυτοκρατορική εξουσία broadly, figuratively
- ομάδα ηπατικών διαταραχών στις οποίες ουσίες που ονομάζονται πορφυρίνες συσσωρεύονται στο σώμα, επηρεάζοντας αρνητικά το δέρμα με αποτέλεσμα δερματοπάθεια ή το νευρικό σύστημα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Το πορφυρό χρώμα, γνωστή ως πορφύρα από αρχαιοτάτων χρόνων σαν βασιλική βαφή, ήταν η ωραιότερη και ακριβότερη βαφή. Η πορφύρα θεωρήθηκε από την αρχή ευγενές χρώμα και σύμβολο των θεών και βασιλιάδων. Η λέξη πορφύρα είναι το συνολικό όνομα μιας ομάδας οικογενειακών κοχυλιών, ενώ η παραγωγή τους ήταν πολύ επίπονη και απαιτούνταν μεγάλος αριθμός κοχυλιών και άλλων μαλακίων που συγκεντρώνονταν σταγόνα σταγόνα. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.