HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πορφύρα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
poɾˈfi.ɾa

Ορισμοί

  1. όστρακο που ανήκει στο γένος Murex της οικογένειας Muricidae
  2. γυναικείο όνομα
  3. χρωστική ουσία ανεξίτηλου βαθυκόκκινου χρώματος, που παράγεται με κατάλληλη επεξεργασία από το όστρακο που την παράγει
  4. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Πορφύρας)
  5. το πορφυρό πορφύρα (χρώμα):
  6. το ένδυμα που έχει βαφεί μ’ αυτό το χρώμα (συνήθως επίσημο βασιλικό)
    figuratively
  7. η βασιλική ή αυτοκρατορική εξουσία
    broadly, figuratively
  8. ομάδα ηπατικών διαταραχών στις οποίες ουσίες που ονομάζονται πορφυρίνες συσσωρεύονται στο σώμα, επηρεάζοντας αρνητικά το δέρμα με αποτέλεσμα δερματοπάθεια ή το νευρικό σύστημα

Ισοδύναμα

26 more languages

Παραδείγματα

“※ Το πορφυρό χρώμα, γνωστή ως πορφύρα από αρχαιοτάτων χρόνων σαν βασιλική βαφή, ήταν η ωραιότερη και ακριβότερη βαφή. Η πορφύρα θεωρήθηκε από την αρχή ευγενές χρώμα και σύμβολο των θεών και βασιλιάδων. Η λέξη πορφύρα είναι το συνολικό όνομα μιας ομάδας οικογενειακών κοχυλιών, ενώ η παραγωγή τους ήταν πολύ επίπονη και απαιτούνταν μεγάλος αριθμός κοχυλιών και άλλων μαλακίων που συγκεντρώνονταν σταγόνα σταγόνα. (*)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πορφύρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free