Meaning of πορτρέτο | Babel Free
/[po̞rˈtre̞to̞]/Ορισμοί
- η προσωπογραφία, ζωγραφική ή φωτογραφική απεικόνιση ενός ανθρώπου, ιδιαίτερα του προσώπου
-
η απεικόνιση μιας κατάστασης με τον λόγο ή την εικόνα figuratively
Παραδείγματα
“Ο συγγραφέας μάς δίνει ένα ικανοποιητικό πορτρέτο της μεσοπολεμικής εποχής.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.