Meaning of ποιηθείς | Babel Free
/pi.iˈθis/Ορισμοί
- μετοχή παθητικού αορίστου (ποιήθηκα) του ρήματος ποιώ: που δημιουργήθηκε, φτιάχτηκε στο παρελθόν
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου (ποιηθώ) παθητικής φωνής του ποιώ
Παραδείγματα
“παλιότερη γραφή: ποιηθεῖς”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.