HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πλια | Babel Free

Adverb CEFR B1
/ˈpʎa/

Ορισμοί

  1. άλλη μορφή του πια
    idiomatic, literary
  2. πιο, περισσότερο
    idiomatic, literary

Παραδείγματα

“πλια στους Συμφραστικούς Πίνακες Λέξεων για μείζονες νεοέλληνες ποιητές, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας”
“※ κι ύπνος σκληρός πλια ζωντανά τα ξαναφέρνει ομπρός μου”
“άλλες μορφές: πλιο, μπλιο, πλιότερο, πλιονότερο”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πλια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course