HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πλινθηδόν | Babel Free

Adverb CEFR B2

Ορισμοί

  1. διατεταγμένα σε μορφή πλίνθου, όπως διατάσσονται τα τούβλα, σειρές αλλεπάλληλες με αρμογές εναλλασσουσες
  2. φορά γραφής, τρόπος γραφής, σε μορφή ορθογωνίου παραλληλογράμμου

Παραδείγματα

“※ Ἰστέον, ὅτι τῶν ἀρχαίων οἰ μέν βουστροφηδόν ἔγραφον τά γράμματα, οἰ δέ κιονηδόν, οἰ δέ πλινθηδόν, οἰ δέ σπειρηδόν (Θεοδόσιος γραμματικός Αλεξανδρεύς, Θεοδοσίου κανόνες)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πλινθηδόν used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course