πληθυσμός
Ορισμοί
το σύνολο των κατοίκων κάποιου τόπου
Ισοδύναμα
11 more languages
Българскинаселение
Danskbefolkning
DeutschBevölkerung
Esperantoloĝantaro
Magyarlakosság
Polskiludność
Portuguêspopulação
Русскийнаселение
Svenskabefolkning
Tiếng Việtdân số
Παραδείγματα
“ο πληθυσμός της Ζυρίχης παρέμεινε σταθερός τα τελευταία χρόνια”
“※ Η κίτρινη γρίπη θέριζε τον πληθυσμό. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να τρέμει από τα ρίγη του πυρετού και να κρύβεται φοβισμένο κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα. (Γιώργος Μανιώτης, Σαράντα Κύματα, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 18)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free