Meaning of Πλάτων | Babel Free
/[ˈplaton]/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα, λόγια μορφή του Πλάτωνας
- επιφανής αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος (427-347 π.Χ.)
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Πλάτωνος)
-
άνθρωπος που ασκεί μεγάλη επιρροή σε κάποιο γνωστικό τομέα broadly, figuratively
Ισοδύναμα
English
Plato
Παραδείγματα
“Ένας από τους πρωτεργάτες του ελληνικού σοσιαλισμού υπήρξε ο Πλάτων Δρακούλης.”
“Ο Πλάτων υπήρξε μαθητής του Σωκράτη, αλλά και δάσκαλος του Αριστοτέλη.”
“Ο Γεώργιος Πλάτων ήταν γνωστός Έλληνας συνθέτης και πιανίστας και κόρη του είναι η, επίσης γνωστή, συνθέτρια Λένα Πλάτωνος.”
“Γιατί δε βγάζει η Ελλάδα πια Πλάτωνες και Αριστοτέληδες;”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.