HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του πιστευτό | Babel Free

Επίθετο CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του πιστευτός
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πιστευτός
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Η ιστορία του δεν ακουγόταν καθόλου πιστευτό παραμύθι.”

His story did not sound like a believable tale at all.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πιστευτό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free