Meaning of πιάνομαι | Babel Free
/ˈpçanome/Ορισμοί
- για ένα κινούμενο αντικείμενο που ακινητοποιείται με τα χέρια
- συλλαμβάνομαι
- νιώθω σωματικό πόνο ή ενόχληση που δυσκολεύει την κίνηση´
- μετράω ως, με υπολογίζουν ως, με αναγνωρίζουν
Παραδείγματα
“αυτό το πέναλντι δεν πιανόταν”
“πιάστηκαν οι ληστές”
“πιάστηκα οδηγώντας τόσες ώρες”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.