Meaning of πεντάλ | Babel Free
/peˈdal/Ορισμοί
- ποδοκίνητος μοχλός που προκαλεί κίνηση
- η νότα πεντάλ στη δυτική πολυφωνία είναι κρατημένη νότα σε μία από τις φωνές (συνήθως στον basso) καθώς οι άλλες φωνές αλλάζουν αρμονία
- τα ποδοκίνητα πλήκτρα του εκκλησιαστικού οργάνου
- ποδοκίνητος μοχλός μουσικού οργάνου που προκαλεί διάφορα εφέ
Παραδείγματα
“πεντάλ ποδηλάτου, αυτοκινήτου”
“μορφές: προφορικός λόγος, για το ποδήλατο: πετάλι, πεντάλι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.