πειστήρια
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειστήριο
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Η αστυνομία βρήκε νέα πειστήρια στον τόπο του εγκλήματος.”
The police found new pieces of evidence at the crime scene.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free