πειστήριο
Ορισμοί
Ισοδύναμα
Françaispièce à conviction
Παραδείγματα
“Το μαχαίρι ήταν το βασικό πειστήριο στη δίκη.”
The knife was the key piece of evidence in the trial.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free