HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πειστήριο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
piˈsti.ɾi.o

Ορισμοί

  1. οτιδήποτε πείθει για κάτι, ή πιστοποιεί κάτι
  2. οποιοδήποτε αντικείμενο που συντελεί στη βεβαίωση ή όχι τέλεσης αξιόποινης πράξης και κατ΄ επέκταση στην αθώωση ή την ενοχή κατηγορουμένου

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Το μαχαίρι ήταν το βασικό πειστήριο στη δίκη.”

The knife was the key piece of evidence in the trial.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πειστήριο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free