πατρονάρω
Ορισμοί
προστατεύω κάποιον (νομικά, οικονομικά κ.λπ.) ή τον κατευθύνω και τον ελέγχω (μερικές φορές παρασκηνιακά και ιδιοτελώς)
Ισοδύναμα
8 more languages
Češtinapoučovat
Suomikannattaa
Italianofrequentare
Românăpatrona
Русскийпокровительствовать
Türkçekayırmak
Tiếng Việtlui tới
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free