HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πατητή | Babel Free

Noun CEFR B1
/pa.tiˈti/

Ορισμοί

  1. τρόπος ραψίματος, είδος ραφής
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. πατικωμένη τελευταία στρώση τσιμεντοκονίας που πατιέται με μυστρί
  4. πατίκωμα του κεφαλιού και σπρώξιμο όλου του σώματος μέσα στο νερό
    familiar

Παραδείγματα

“※ Τι βουτιές, τι πλατσουρίσματα, τι χοροπηδήματα, τι πατητές, τι το ξερό, μέχρι να ξεθεωθούμε. Η μαμά από κοντά, έβγαινε πιό γρήγορα, λέγοντας και σε μας: « Μπρός, έξω τώρα !!!». Πριτς εμείς: «Ακόμα λίγο ρε μαμά !!!!» και μπλούμ βουτιά !!!. Γύριζε σε λίγο κρατώντας ανοιχτή την πετσέτα, σαν ταυρομάχος μπροστά στον ταύρο. «Ελάτε τώρα ντεεεε, εσένα μικρή έχουν μελανιάσει οι χούφτες και τα χείλια σου, τα δάχτυλά σου έχουν φαφατιάσει καλέεε, θα αρρωστήσεις απο τις αμυγδαλές σου και δε θα την ξαναδείς τη θάλασσα πιά. (Βασιλική Καλογεροπούλου, Τα μπάνια του λαού και τα… κερασάκια, Πάμισος-Μεσσήνη, 26/7/2021 http://pamisos-messini.gr/articles/%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%B1/)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πατητή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course