HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του πασαρέλα | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. η υψωμένη επιφάνεια πάνω στην οποία τα μοντέλα περπατούν μπροστά από το κοινό σε επίδειξη μόδας
  3. ο χώρος στον οποίο περνάνε πολλές κι όμορφες κοπέλες σε κοινή θεά τρίτων
  4. το να περπατάει κάποιος/α μπροστά στο κοινό σε επίδειξη μόδας

Ισοδύναμα

Català passarel·la
Čeština molo
Deutsch Catwalk Laufsteg
English Catwalk runway
Español pasarela
Magyar kifutó
Íslenska tískupallur
Italiano passerella
Kurdî platform
Latviešu mele
Nederlands catwalk platform podium
Polski kładka kładkowy pomost wybieg
Português passarela
Русский подиум
Українська подіум

Παραδείγματα

“η παραλία έγινε σωστή πασαρέλα το Σαββατοκύριακο”
“εκεί που έκανε πασαρέλα, πάτησε το φόρεμά της και παραλίγο να το σκίσει”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πασαρέλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free