HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πασαρέλα

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. η υψωμένη επιφάνεια πάνω στην οποία τα μοντέλα περπατούν μπροστά από το κοινό σε επίδειξη μόδας
  3. ο χώρος στον οποίο περνάνε πολλές κι όμορφες κοπέλες σε κοινή θεά τρίτων
  4. το να περπατάει κάποιος/α μπροστά στο κοινό σε επίδειξη μόδας

Ισοδύναμα

14 more languages
Češtinamolo
Magyarkifutó
Íslenskatískupallur
Italianopasserella
Kurdîplatform
Latviešumele
Portuguêspassarela
Русскийподиум
Українськаподіум

Παραδείγματα

“η παραλία έγινε σωστή πασαρέλα το Σαββατοκύριακο”
“εκεί που έκανε πασαρέλα, πάτησε το φόρεμά της και παραλίγο να το σκίσει”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πασαρέλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free