HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πασαρέλα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. η υψωμένη επιφάνεια πάνω στην οποία τα μοντέλα περπατούν μπροστά από το κοινό σε επίδειξη μόδας
  3. ο χώρος στον οποίο περνάνε πολλές κι όμορφες κοπέλες σε κοινή θεά τρίτων
  4. το να περπατάει κάποιος/α μπροστά στο κοινό σε επίδειξη μόδας

Παραδείγματα

“η παραλία έγινε σωστή πασαρέλα το Σαββατοκύριακο”
“εκεί που έκανε πασαρέλα, πάτησε το φόρεμά της και παραλίγο να το σκίσει”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πασαρέλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course