Meaning of πασαρέλα | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- η υψωμένη επιφάνεια πάνω στην οποία τα μοντέλα περπατούν μπροστά από το κοινό σε επίδειξη μόδας
- ο χώρος στον οποίο περνάνε πολλές κι όμορφες κοπέλες σε κοινή θεά τρίτων
- το να περπατάει κάποιος/α μπροστά στο κοινό σε επίδειξη μόδας
Παραδείγματα
“η παραλία έγινε σωστή πασαρέλα το Σαββατοκύριακο”
“εκεί που έκανε πασαρέλα, πάτησε το φόρεμά της και παραλίγο να το σκίσει”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.