Meaning of παρθένιο | Babel Free
/paɾˈθe.ni.o/Ορισμοί
- συνώνυμο του βίρτζιναλ: αγγλικό αναγεννησιακό πληκτροφόρο μουσικό όργανο, παρόμοιο με το τσέμπαλο
- λυρικό χορικό άσμα που τραγουδιόταν από παρθένες, κατά την αρχαιότητα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.