παρεκκλήσι
Ορισμοί
μικρή εκκλησία που βρίσκεται συνήθως έξω από τον αστικό ιστό ή εντός αυτού, εξαρτώμενο από μεγαλύτερη εκκλησία ή ανήκει σε ιδιώτη ή κάποιο ίδρυμα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ ...μαζί με μεταγενέστερο ταφικό παρεκκλήσι, κάτω από το δάπεδο του οποίου βρέθηκε νηπιακός λακκοειδής τάφος. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, τόμος 15, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2001, σελ. 321)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free