HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παράγκα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/paˈɾaŋ.ɡa/

Ορισμοί

  1. μικρή, πρόχειρη κατασκευή, από οτιδήποτε διαθέσιμο υλικό, που χρησιμεύει σαν αποθήκη ή σαν πρόχειρο κατάλυμα
  2. ομάδα ατόμων που προσυμφωνεί και προετοιμάζει το αποτέλεσμα αθλητικού αγώνα με σκοπό το παράνομο κέρδος
    slang

Ισοδύναμα

English Shanty

Παραδείγματα

“※ Οι Τζιτζιφιές, η Καλλιθέα, του Χαροκόπου, στεγάσανε χιλιάδες πρόσφυγες, σε παράγκες τους πιο πολλούς. (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1988) Από την άλλη όχθη του χρόνου [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παράγκα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course