Meaning of παπαδάκι | Babel Free
/pa.paˈða.ci/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Παπαδάκις, άλλη γραφή του Παπαδάκη
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Παπαδάκις
- αγόρι που φοράει άμφια κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας και βοηθάει τον ιερέα στο έργο του
Ισοδύναμα
English
altar boy
Παραδείγματα
“※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.