Meaning of πέργκολα | Babel Free
/ˈpeɾ.ɡo.la/Ορισμοί
- καφασωτή κατασκευή πάνω στην οποία πλέκονται αναρριχώμενα φυτά και χρησιμοποιείται για σκίαση ή για διαχωριστικό
- είδος ανοιγοκλειόμενης τέντας
- αυθαίρετες κατασκευές
Ισοδύναμα
English
Pergola
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.