HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πέλεκυς | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/ˈpe.le.cis/

Ορισμοί

  1. δίκοπο τσεκούρι, προσαρμοσμένο σε ξύλινη λαβή, με διάφορες χρήσεις, σαν όπλο ή εργαλείο
    formal
  2. τιμωρία βαριά
    figuratively

Ισοδύναμα

English Axe battle axe

Παραδείγματα

“Βαρύς θα είναι ο πέλεκυς τού υπουργείου για τις κλινικές που δεν συμμορφώνονται με τον κανονισμό.”

The ministry's penalty will be severe for clinics that do not conform to the regulation.

“Ο διπλός πέλεκυς είναι χαρακτηριστικό σύμβολο του μινωικού πολιτισμού.”
“※ Βαρύς θα πέσει ο πέλεκυς για τους οδηγούς που θα επιλέξουν να διπλοπαρκάρουν, ως έσχατη ή και όχι, λύση καθώς η εύρεση χώρου στάθμευσης στην πόλη έχει γίνει πιο δύσκολη και από την εύρεση… θησαυρού (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πέλεκυς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course