Meaning of πέλεκυς | Babel Free
/ˈpe.le.cis/Ορισμοί
-
δίκοπο τσεκούρι, προσαρμοσμένο σε ξύλινη λαβή, με διάφορες χρήσεις, σαν όπλο ή εργαλείο formal
-
τιμωρία βαριά figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Βαρύς θα είναι ο πέλεκυς τού υπουργείου για τις κλινικές που δεν συμμορφώνονται με τον κανονισμό.”
The ministry's penalty will be severe for clinics that do not conform to the regulation.
“Ο διπλός πέλεκυς είναι χαρακτηριστικό σύμβολο του μινωικού πολιτισμού.”
“※ Βαρύς θα πέσει ο πέλεκυς για τους οδηγούς που θα επιλέξουν να διπλοπαρκάρουν, ως έσχατη ή και όχι, λύση καθώς η εύρεση χώρου στάθμευσης στην πόλη έχει γίνει πιο δύσκολη και από την εύρεση… θησαυρού (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.