ουσιαστική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουσιαστικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η ουσιαστική βοήθεια που μας πρόσφερε ήταν ανεκτίμητη.”
The substantial help he offered us was invaluable.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free