Meaning of ορδή | Babel Free
Ορισμοί
- το άτακτο πλήθος πολεμιστών, που βιαιοπραγεί, λεηλατεί και καταστρέφει τις περιοχές από τις οποίες διέρχεται: πχ. οι ορδές των εχθρών
-
το μεγάλο πλήθος ανθρώπων που συγκεντρώνεται σε ένα σημείο figuratively
Ισοδύναμα
English
Horde
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.