HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ονείρωξη | Babel Free

Noun feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. η εκσπερμάτιση κατά τον ύπνο (ή η αύξηση των κολπικών εκκρίσεων για τις γυναίκες) που συχνά συνοδεύει ερωτικά όνειρα
  2. επιδιώξεις και όνειρα που δεν είναι ρεαλιστικά
    figuratively

Ισοδύναμα

English wet dream

Παραδείγματα

“※ Οι συγγραφείς ερευνούν και γράφουν για τον ονειροχρόνο και την ονειρική γεωγραφία, τους ονειροναύτες, το συνειδητό ονείρεμα, το διαλογισμό του ονείρου, τα αρχέτυπα, τη δραματοθεραπεία, τα αποκαλυπτικά όνειρα, την ονειρική γιόγκα, την ονείρωξη, τους εφιάλτες κ.α (Ο μαγικός κόσμος των ονείρων, εκδ. Αρχέτυπο, 2023 https://www.politeianet.gr/books/9789604210015-sullogiko-archetupo-o-magikos-kosmos-ton-oneiron-75730)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ονείρωξη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course