HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ομόφυλος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/oˈmo.fi.los/

Ορισμοί

  1. που ανήκει στην ίδια φυλή με κάποιον άλλον
  2. που έχει το ίδιο βιολογικό φύλο με κάποιον άλλον ή που αναφέρεται σε άτομα του ίδιου βιολογικού φύλου
  3. ομοφυλόφιλος
    figuratively

Παραδείγματα

“ο Άρειος Πάγος ακύρωσε τους γάμους μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών που τέλεσε ο δήμαρχος Τήλου”
“※ Όταν δεν επιτρέπεται σε ένα παιδί να αφήσει το ίδρυμα και να ζήσει σε μια οικογένεια, επειδή οι ενήλικες σε αυτή την οικογένεια είναι ομόφυλο ζευγάρι, ποιος ιδρυματοποιεί; Το ίδρυμα ή οι νομοθέτες; (Το ανάπηρο (ελληνικό) Δημόσιο , liberal.gr, 25/04/2019 https://www.liberal.gr/apopsi/anapiro-elliniko-dimosio)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ομόφυλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course