Meaning of οικοδομή | Babel Free
/[i.kɔ.ðɔ.ˈmi]/Ορισμοί
- κτήριο υπό κατασκευή
- το σύνολο των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την ανέγερση οικοδομημάτων
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“δουλεύει από 18 χρονών στην οικοδομή”
“η πρόσφατη οικονομική κρίση δημιούργησε προβλήματα και στην οικοδομή”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.