Σημασία του οικείος | Babel Free
iˈci.osΟρισμοί
- ο έχων στενή σχέση με κάποιον ή κάτι
- γνωστός, γνώριμος
- μέλος οικογενειακού περιβάλλοντος (συνήθως στον πληθυντικό)
- σχετικός, παρόμοιος, ανάλογος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Με απόφαση των ιταλικών αρχών, η ιταλική αστυνομία και στρατοχωροφυλακή (καραμπινιέροι) έχουν αρχίσει να διανέμουν τεφροδόχους θανόντων από κορωνοϊό στους οικείους τους, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η διασπορά του ιού. (Κορωνοϊός - Συγκλονιστικά πλάνα: Η Ιταλική αστυνομία μοιράζει τεφροδόχους στις οικογένειες, skai.gr, 14/04/2020 https://www.skai.gr/news/ygeia/koronoios-sygklonistika-plana-i-italiki-astynomia-moirazei-tefrodoxous-stis-oikogeneies)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free