HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of οικείος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/iˈci.os/

Ορισμοί

  1. ο έχων στενή σχέση με κάποιον ή κάτι
  2. γνωστός, γνώριμος
  3. μέλος οικογενειακού περιβάλλοντος (συνήθως στον πληθυντικό)
  4. σχετικός, παρόμοιος, ανάλογος

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Με απόφαση των ιταλικών αρχών, η ιταλική αστυνομία και στρατοχωροφυλακή (καραμπινιέροι) έχουν αρχίσει να διανέμουν τεφροδόχους θανόντων από κορωνοϊό στους οικείους τους, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η διασπορά του ιού. (Κορωνοϊός - Συγκλονιστικά πλάνα: Η Ιταλική αστυνομία μοιράζει τεφροδόχους στις οικογένειες, skai.gr, 14/04/2020 https://www.skai.gr/news/ygeia/koronoios-sygklonistika-plana-i-italiki-astynomia-moirazei-tefrodoxous-stis-oikogeneies)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See οικείος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course