Meaning of ξυρίζω | Babel Free
ksiˈɾi.zoΟρισμοί
- κόβω με ξυράφι τις τρίχες από διάφορα σημεία του σώματος
- περνάω ξυστά
-
φυσώ με πολλή ένταση ψυχρό άνεμο που τρυπάει το σώμα· λέγεται για αέρα figuratively
Ισοδύναμα
English
Shave
Παραδείγματα
“Ξυρίσε τα πόδια της.”
She shaved her legs.
“Ξυρίζει το μούσι του.”
He shaves off his beard.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.