Conjugation of ξυρίζω
ksiˈɾi.zoφυσώ με πολλή ένταση ψυχρό άνεμο που τρυπάει το σώμα· λέγεται για αέρα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξυρίζω |
| εσύ | ξυρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξυρίζει |
| εμείς | ξυρίζουμε |
| εσείς | ξυρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξυρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξύριζα |
| εσύ | ξύριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξύριζε |
| εμείς | ξυρίζαμε |
| εσείς | ξυρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξύριζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξύρισα |
| εσύ | ξύρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξύρισε |
| εμείς | ξυρίσαμε |
| εσείς | ξυρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξύρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξυρίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξυρίσω |
| εσύ | ξυρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξυρίσει |
| εμείς | ξυρίσουμε |
| εσείς | ξυρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξυρίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξύριζε |
| εσείς | ξυρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξύρισε |
| εσείς | ξυρίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξυρίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξυρίζομαι |
| εσύ | ξυρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξυρίζεται |
| εμείς | ξυριζόμαστε |
| εσείς | ξυρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξυρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξυριζόμουν |
| εσύ | ξυριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξυριζόταν |
| εμείς | ξυριζόμασταν |
| εσείς | ξυριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξυρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξυρίστηκα |
| εσύ | ξυρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξυρίστηκε |
| εμείς | ξυριστήκαμε |
| εσείς | ξυριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξυρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξυριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξυριστώ |
| εσύ | ξυριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξυριστεί |
| εμείς | ξυριστούμε |
| εσείς | ξυριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξυριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξυρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξυρίσου |
| εσείς | ξυριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξυριστεί |