HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξυρίζω — definition

Conjugation of ξυρίζω

Regular CEFR B1
ksiˈɾi.zo

φυσώ με πολλή ένταση ψυχρό άνεμο που τρυπάει το σώμα· λέγεται για αέρα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξυρίζω
εσύ ξυρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ξυρίζει
εμείς ξυρίζουμε
εσείς ξυρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξυρίζουν
Παρατατικός
εγώ ξύριζα
εσύ ξύριζες
αυτός / αυτή / αυτό ξύριζε
εμείς ξυρίζαμε
εσείς ξυρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξύριζαν
Αόριστος
εγώ ξύρισα
εσύ ξύρισες
αυτός / αυτή / αυτό ξύρισε
εμείς ξυρίσαμε
εσείς ξυρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξύρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξυρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξυρίσω
εσύ ξυρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξυρίσει
εμείς ξυρίσουμε
εσείς ξυρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξυρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξύριζε
εσείς ξυρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξύρισε
εσείς ξυρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξυρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξυρίζομαι
εσύ ξυρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξυρίζεται
εμείς ξυριζόμαστε
εσείς ξυρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξυρίζονται
Παρατατικός
εγώ ξυριζόμουν
εσύ ξυριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξυριζόταν
εμείς ξυριζόμασταν
εσείς ξυριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξυρίζονταν
Αόριστος
εγώ ξυρίστηκα
εσύ ξυρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξυρίστηκε
εμείς ξυριστήκαμε
εσείς ξυριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξυρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξυριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξυριστώ
εσύ ξυριστείς
αυτός / αυτή / αυτό ξυριστεί
εμείς ξυριστούμε
εσείς ξυριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξυριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξυρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξυρίσου
εσείς ξυριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξυριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary