Meaning of ξιφασκία | Babel Free
/ksi.faˈsci.a/Ορισμοί
άθλημα μεταξύ δύο ξιφομάχων σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο· στη διάρκεια του αγώνα οι αθλητές φορούν μάσκα, λευκή στολή και ειδικά γάντια και προσπαθούν να αγγίξουν με το ξίφος το σώμα του αντιπάλου
Ισοδύναμα
English
Fencing
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.