Meaning of ξεκάνω | Babel Free
Ορισμοί
- εξοντώνω κάποιον, τον κουράζω πολυ
-
σκοτώνω καποιον vulgar
- {παρωχημένο) και (λαϊκότροπο) "σκοτώνω" κάτι πουλώντας του σε εξευτελιστική τιμή, το πουλάω όσο-όσο, το ξεφορτώνομαι
- απαλλάσσομαι από φορτίο ή δουλειές
Παραδείγματα
“Με ξεκάνανε πια οι γιοί σου με τις σκανδαλιές και τις αταξίες τους”
“Τον ξέκαναν οι μαφιόζοι”
“Ξέκανα τη μπιζουτιέρα της μαμάς στους γύφτους”
“Σιδέρωνα κι έπλενα όλη μέρα, αλλά τώρα είναι όλα λαμπίκο και ξέκανα”
“Τους ξόφλησα και ξέκανα πια με τις βρωμοτράπεζες”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.