HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ντερβίσης | Babel Free

Noun CEFR B2
deɾˈvi.sis

Ορισμοί

  1. μουσουλμάνος μοναχός που ζει σε τεκέ
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. λεβέντης (ως κλητική προσφώνηση συνήθως)
    vulgar

Παραδείγματα

“※ Ντερβίση μου να 'ρχόσουνα μια ώρα στο τσαρδί μας / να 'βρισκες τους φίλους μας που (είν)ν’ όλοι δικοί μας (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο Δερβίσης)”
“※ Και καρτερώ κάθε πρωί, λεβέντη, να περάσεις, / ντερβίση μου αραμπατζή, κι εσύ μη με ξεχάσεις. (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο αραμπατζής)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ντερβίσης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course