Meaning of ντερβίσης | Babel Free
deɾˈvi.sisΟρισμοί
- μουσουλμάνος μοναχός που ζει σε τεκέ
- ανδρικό επώνυμο
-
λεβέντης (ως κλητική προσφώνηση συνήθως) vulgar
Παραδείγματα
“※ Ντερβίση μου να 'ρχόσουνα μια ώρα στο τσαρδί μας / να 'βρισκες τους φίλους μας που (είν)ν’ όλοι δικοί μας (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο Δερβίσης)”
“※ Και καρτερώ κάθε πρωί, λεβέντη, να περάσεις, / ντερβίση μου αραμπατζή, κι εσύ μη με ξεχάσεις. (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο αραμπατζής)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.