HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νοσηλεία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/no.siˈli.a/

Ορισμοί

η συστηματική παροχή ιατρικής φροντίδας σε άρρωστο, κυρίως από εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό

Ισοδύναμα

English Hospitalization

Παραδείγματα

“νοσηλεία κατ' οίκον”
“μονάδα ημερήσιας/βραχείας νοσηλείας: τμήμα ενός νοσοκομείου που παρέχει νοσηλεία, συχνά μετά από σύντομες χειρουργικές επεμβάσεις, σε ασθενείς που δεν χρειάζεται να νοσηλευτούν σε αυτό για διάστημα μεγαλύτερο μερικών ωρών”
“※ Σημαντική μείωση του κινδύνου νοσηλείας και θανάτου λόγω της COVID-19 σε άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό επιφέρει η χορήγηση των αντιιικών φαρμάκων στη χώρα μας. (Κορωνοϊός: Εσωσαν ζωές τα αντιιικά φάρμακα, Καθημερινή, 22/08/2023 https://www.kathimerini.gr/society/562575994/koronoios-esosan-zoes-ta-antiiika-farmaka/)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νοσηλεία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course