νοσηλεία
Ορισμοί
η συστηματική παροχή ιατρικής φροντίδας σε άρρωστο, κυρίως από εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό
Ισοδύναμα
Españolhospitalización
19 more languages
Bosanskiхоспитализација
Catalàhospitalització
Češtinahospitalizace
Danskindlæggelse
DeutschAufnahme in das KrankenhausAufnahme in ein KrankenhaushospitalisierenHospitalisiertwerdenHospitalisierungKlinikaufenthaltKrankenhausaufenthaltKrankenhausaufnahmeKrankenhauseinweisung
Galegohospitalización
Hrvatskiхоспитализација
日本語入院
한국어입원
Kurdîçare
Nederlandshospitalisatie
Polskihospitalizacja
Русскийгоспитализация
Српскихоспитализација
Svenskasjukhusvistelse
Українськагоспіталізація
Παραδείγματα
“νοσηλεία κατ' οίκον”
“μονάδα ημερήσιας/βραχείας νοσηλείας: τμήμα ενός νοσοκομείου που παρέχει νοσηλεία, συχνά μετά από σύντομες χειρουργικές επεμβάσεις, σε ασθενείς που δεν χρειάζεται να νοσηλευτούν σε αυτό για διάστημα μεγαλύτερο μερικών ωρών”
“※ Σημαντική μείωση του κινδύνου νοσηλείας και θανάτου λόγω της COVID-19 σε άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό επιφέρει η χορήγηση των αντιιικών φαρμάκων στη χώρα μας. (Κορωνοϊός: Εσωσαν ζωές τα αντιιικά φάρμακα, Καθημερινή, 22/08/2023 https://www.kathimerini.gr/society/562575994/koronoios-esosan-zoes-ta-antiiika-farmaka/)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free