νισεστές
Ορισμοί
κοινή ονομασία για το πολύ ψιλό αλεύρι που μπορεί να προέρχεται από οποιοδήποτε πρωτογενές αμυλώδες υλικό (πατάτες, στάρι, ρύζι κ.λπ.) και, επειδή έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε άμυλο, χρησιμοποιείται στη μαγειρική σαν πηκτικό και στη βιομηχανία για την παρασκευή κόλλας
Ισοδύναμα
10 more languages
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free