Meaning of νισεστές | Babel Free
/ni.seˈstes/Ορισμοί
κοινή ονομασία για το πολύ ψιλό αλεύρι που μπορεί να προέρχεται από οποιοδήποτε πρωτογενές αμυλώδες υλικό (πατάτες, στάρι, ρύζι κ.λπ.) και, επειδή έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε άμυλο, χρησιμοποιείται στη μαγειρική σαν πηκτικό και στη βιομηχανία για την παρασκευή κόλλας
Ισοδύναμα
English
Cornstarch
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.