Meaning of νησίδα | Babel Free
/niˈsi.ða/Ορισμοί
-
μικρό νησί formal
- μικρός οικισμός της Τροιζηνίας
-
λωρίδα σε δρόμο, που τον διαχωρίζει και προστατεύει τους πεζούς broadly
-
οτιδήποτε έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά, που το κάνουν να ξεχωρίζει απ’ τα γύρω του figuratively
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: νησάκι”
“Κατηγορία:Νησίδες της Ελλάδας στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.