νετρίνο
Ορισμοί
αφόρτιστο και πολύ ελαφρύ σωματίδιο, που αλληλεπιδρά ασθενώς με την ύλη και συνεπώς είναι πολύ δύσκολο να παρατηρηθεί
Ισοδύναμα
27 more languages
العربيةنْيُتْرِينُو
Българскинеутрино
Catalàneutrí
Češtinaneutrino
DeutschNeutrino
Esperantoneŭtrino
Suomineutriino
Galegoneutrino
Magyarneutrínó
Հայերեննեյտրինո
Íslenskafiseind
Italianoneutrino
ქართულინეიტრინო
Қазақ тілінейтрино
한국어중성미자
Nederlandsneutrino
Polskineutrino
Portuguêsneutrino
Tagalogawansikin
Українськанейтрино
中文中微子
繁體中文中微子
Παραδείγματα
“※ Κατ’ αρχάς τα νετρίνα αυτά, τα οποία έρχονται από το μακρινό Σύμπαν, είναι εξαιρετικά ακριβοθώρητα – οι φυσικοί τα «κυνηγούν» εδώ και δεκαετίες και αυτή είναι η πρώτη φορά που όπως φαίνεται κατόρθωσαν να τα «συλλάβουν» σε μια ικανή ποσότητα ώστε να τα παρατηρήσουν. Δεύτερον, η πολυπόθητη μελέτη αυτού του είδους των νετρίνων αναμένεται να ανοίξει μια εντελώς νέα αστρονομία, η οποία θα δει ακόμη πιο μακριά στον κόσμο μας προσφέροντας καινούργιες πολύτιμες γνώσεις. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free