Meaning of ναυάγιο | Babel Free
/naˈva.ʝi.o/Ορισμοί
- παραλία στη Ζάκυνθο
- συντριβή, βύθιση πλοίου
- λείψανο εξοκείλαντος ή συντριβέντος πλοίου
-
καταστροφή, αποτυχία πλήρης figuratively
-
άνθρωπος εντελώς κατεστραμμένος figuratively
Ισοδύναμα
English
Shipwreck
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.