Σημασία του ναυάγιο | Babel Free
naˈva.ʝi.oΟρισμοί
- παραλία στη Ζάκυνθο
- συντριβή, βύθιση πλοίου
- λείψανο εξοκείλαντος ή συντριβέντος πλοίου
-
καταστροφή, αποτυχία πλήρης figuratively
-
άνθρωπος εντελώς κατεστραμμένος figuratively
Ισοδύναμα
Deutsch
Schiffbruch
Ελληνικά
ναυαγώ
Magyar
hajótörés
Nederlands
schipbreuk
Polski
wrak
Português
naufrágio
Română
naufragiu
Tiếng Việt
chìm xuồng
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free